Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Βαρουφάκης vs Ευρώ


Άρχισα να παρακολουθώ τη συζήτηση μεταξύ του Γιάννη Βαρουφάκη και του Γιώργου Παπακωνσταντίνου.

Ήδη από την αρχή της κουβέντας ο κος Βαρουφάκης είπε με αφορμή την Ελληνική κρίση τα εξής: "Το κοινό νόμισμα (ευρώ) είναι τόσο κακοσχεδιασμένο που είναι αδύνατο να επιβιώσει το ωστικό κύμα μιας μεγάλης κρίσης σαν αυτή του 2008."

Το πρόβλημα με αυτό τον ισχυρισμό είναι ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σε αυτή την κρίση το πρόβλημά μας δεν είναι το ευρώ. Αντίθετα, το ευρώ είναι η σανίδα σωτηρίας μας. Και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματά μας, όπως ξέρουν και οι πέτρες στην Ελλάδα, είναι ότι φοβόμαστε μη μας πάρουν τα ευρώ που έχουμε στις τράπεζες και από ευρώ τα κάνουν δραχμές... Για του λόγου το αληθές ότι το ευρώ δεν έχει πληγεί από αυτή την κρίση παραθέτω μερικά διαγράμματα που δείχνουν ότι στην κρίση που περνάμε το ευρώ έχει χάσει ελάχιστη αξία σε σχέση με άλλα νομίσματα, ενώ η οικονομία σε άλλα επίπεδα έχει δεχθεί σοβαρότατα πλήγματα, όπως σε αυτό της απασχόλησης αλλά όχι μόνο (παραθέτω ένα διάγραμμα που δείχνει τις περιβόητες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων).







Η αξία του ευρώ έχει πράγματι πέσει σε σχέση με τα άλλα νομίσματα, αλλά το μέγεθός της πτώσης είναι πολύ μικρό, ώστε αυτό καθεαυτό να αποτελεί πρόβλημα.

Βέβαια ο κύριος Βαρουφάκης μπορεί να εννοεί με την παραπάνω δήλωσή του, όχι ότι με την κρίση πέφτει η αξία του ευρώ, αλλά ότι δημιουργούνται ευάλωτες χώρες σε δημοσιονομικό και γενικότερο οικονομικό επίπεδο. Αυτό μάλλον ισχύει σε ένα βαθμό, αλλά ακριβώς με τον αντίθετο τρόπο από αυτόν που νομίζει εκείνος.
Πώς, για παράδειγμα, η Ελλάδα κατάφερε να έχει τόσα πολλά χρέη χωρίς να έχουν χτυπήσει τα καμπανάκια του κινδύνου νωρίτερα; Φταίει το γεγονός ότι δεν υπάρχουν Ευρωπαϊκοί θεσμοί διάσωσης και πανευρωπαϊκοί μηχανισμοί δημοσιονομικής στήριξης της οικονομίας; Ή μήπως φταίει το γεγονός ότι η Ευρωζώνη με τις διάφορες ρυθμίσεις που επέβαλλε και με τη γενικότερη συμπεριφορά των κρατών μελών είχε πείσει τους πάντες ότι τα κρατικά ομόλογα είναι εγγυημένα από τις ισχυρές δημοσιονομικά χώρες; Μήπως αυτό επέτρεψε την υπερδιόγκωση της φούσκας, που πάντα ονειρεύονταν οι δικοί μας πολιτικοί; Μήπως τελικά δεν ήταν το πρόβλημα η διαβόητη ρήτρα μη διάσωσης, αλλά αντίθετα το γεγονός ότι κανείς δεν την πήρε στα σοβαρά;

Και ας περάσω από τα αίτια στο τι γίνεται τώρα. Υπάρχει ή όχι κίνδυνος για το ευρώ λόγω της οικονομικής κρίσης; Αποτελούν οι χρεοκοπίες απειλή για το ευρώ ως νόμισμα; Ή αντίθετα το ευρώ θα κινδυνεύσει μόνο αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χρησιμοποιήσει τη νομισματική πολιτική ως εργαλείο, όπως πολλοί μας προτείνουν, και στην ουσία τη θυσιάσει, για να προσπαθήσει να απαλλάξει της κυβερνήσεις από τα χρέη τους; Μάλλον το δεύτερο. Το τύπωμα χρήματος, προκειμένου να αποπληρωθούν τα χρέη και προκειμένου να υπάρξει πληθωρισμός και να πέσει το χρέος σε πραγματικές τιμές, είναι μία λάθος πολιτική για οποιαδήποτε χώρα. Στην Ευρωζώνη, όμως, είναι ακόμα πιο επικίνδυνη, επειδή η συστηματική υιοθέτησή αυτής της πολιτικής χάριν των PIIGS και εις βάρος των υπολοίπων δημιουργεί κίνητρο και συμφέρον για τις υγιείς δημοσιονομικά χώρες να έχουν ένα άλλο νόμισμα πιο σταθερό που να ανταποκρίνεται περισσότερο στα δικά τους συμφέροντα.

Ο κύριος Βαρουφάκης υπερτιμά το κίνδυνο στον οποίο βρίσκεται το ευρώ και η Ευρωζώνη και ταυτόχρονα η εφαρμογή των δικών του απόψεών, όπως περιγράφονται στη Modest Proposal του, είναι ακριβώς εκείνες οι απόψεις που αν εφαρμόζονταν θα έθεταν σε άμεσο κίνδυνο το ευρώ. Εγώ δεν είμαι εξειδικευμένος οικονομολόγος σαν τον κύριο Βαρουφάκη και ασφαλώς πολλά πράγματα τα ξέρει εκείνος καλύτερα από εμένα. Ευτυχώς, όμως, ο κύριος Βαρουφάκης δεν είναι ο μοναδικός οικονομολόγος και υπάρχουν οικονομολόγοι που έχουν θέσει συγκεκριμένους προβληματισμούς για αυτά τα θέματα αυτά (ένα σημαντικό παράδειγμα εδώ), στα οποία ο κύριος Βαρουφάκης (και όχι μόνο εκείνος) από όσο ξέρω δεν έχει απαντήσει ποτέ ικανοποιητικά.
   

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Η Χαμένη Ψήφος


Γίνεται πολύς λόγος τελευταία για τη χαμένη ψήφο... Χρησιμοποιείται συγκεκριμένα ως επιχείρημα για να μην ψηφίσει κανείς τα κόμματα εκείνα που ενδέχεται να μην πιάσουν το 3%. Το συγκεκριμένο επιχείρημα, όμως, εκτός του ότι καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο που θεωρούν εκείνοι που το προβάλλουν, επιπλέον δε στέκει λογικά και από μόνο του.

Πρώτον, λοιπόν, ακόμα και αν γινόταν δεκτό γενικά το επιχείρημα, τότε δεν ισχύει εναντίον κομμάτων όπως η Δράση και η Δημοκρατική Συμμαχία. Αυτά τα κόμματα έχουν μεγάλες πιθανότητες να μπουν στη Βουλή και η πρόσθεση του 1% στο ποσοστό τους είναι καθοριστικό για να κερδίσουν 8 έδρες. Αντίθετα, αν προστεθεί 1% στο ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ ή των άλλων κομμάτων που θα μπούνε στη Βουλή, τότε το πολύ να πάρουν έναν ακόμα βουλευτή. Αντί για 105 θα έχει η Νέα Δημοκρατία, απλώς 106 (ακόμα, δηλαδή, και για εκείνους που αποκλειστικό τους κριτήριο είναι να υπάρχει μετά τις εκλογές κυβέρνηση, συμφέρει πολύ περισσότερο ένα κόμμα σαν τη Δράση που έχει εκφράσει βούληση να συνεργαστεί παρά η Νέα Δημοκρατία, επειδή στην πρώτη περίπτωση ο σχηματισμός που θα προσπαθήσει να κυβερνήσει θα έχει κερδίσει 8 έδρες ενώ στη δεύτερη το πολύ να κερδίσει μία).

Δεύτερον, συνολικά το επιχείρημα δεν έχει βάση γιατί εξαρτάται από την επιλογή που θα κάνουν οι υπόλοιποι ψηφοφόροι. Το πρόβλημα με αυτό είναι ότι οι πιθανές επιλογές των υπολοίπων ψηφοφόρων είναι τόσες πολλές, ώστε να μπορεί κανείς να στηρίξει ό,τι θέλει πάνω σε αυτό το επιχείρημα. Πολλές ψήφοι μαζί χρειάζονται πάντοτε στο εκλογικό μας σύστημα, για να υπάρχει αποτέλεσμα. Μία ψήφος στη Νέα Δημοκρατία δεν προσφέρει απολύτως τίποτα. Είτε η Νέα Δημοκρατία πάρει 1.500.000 ψήφους, είτε πάρει 1.500.001 ψήφους είναι ακριβώς το ίδιο ως προς τις βουλευτικές έδρες που θα κερδίσει. Αντίστοιχα, είτε η Δράση πάρει 150.000 ψήφους, είτε πάρει 150.001 ψήφους είναι πάλι το ίδιο είτε μπει, είτε δεν μπει στη Βουλή. Η διαφορά στις δύο περιπτώσεις δεν είναι η μία ψήφος, αλλά ολόκληρο το τσουβάλι με τις ψήφους. Το τσουβάλι με τις ψήφους δίνει στη Νέα Δημοκρατία ίσως και πάνω από 100 έδρες, αντίθετα το τσουβάλι της Δράσης μπορεί να μην της δίνει καμία έδρα. Αυτό σημαίνει ότι τη διαφορά δεν την κάνει η ίδια η ψήφος αλλά το σύνολο των ψήφων. Αν, λοιπόν, οι ψήφοι έχουν σημασία μόνο, επειδή έχουν μπει σε ένα αρκετά μεγάλο τσουβάλι, τότε θα ήταν πάντοτε περισσότερο κερδισμένη η ψήφος που θα έμπαινε στο μεγαλύτερο, επειδή αυτό θα εξασφάλιζε περισσότερες έδρες (ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας το μπόνους). Και με αυτή τη λογική, η οποία ισχύει και για μικρότερα κόμματα (για τους ψηφοφόρους για παράδειγμα που αποκλείουν τα μεγάλα κόμματα για άλλους λόγους) είναι εύλογο οι δημοσκοπήσεις να παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο, για να βρει ο καθένας τη στρατηγική που του ταιριάζει.   

Τρίτον, η ψήφος δεν είναι σημαντική μόνο και μόνο, επειδή δίνει βουλευτικές έδρες. Αντίθετα, ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της είναι ότι στέλνει και ένα πολιτικό μήνυμα. Αυτό το μήνυμα μπορεί να στρέφεται κατευθείαν προς την κυβέρνηση και τα μεγάλα κόμματα, αλλά μπορεί να είναι και ευρύτερα πολιτικό. Στις προηγούμενες εκλογές, ουσιαστικά οι περισσότερες φιλελεύθερες ψήφοι βρίσκονταν στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, για αυτό το λόγο είναι ακόμα σημαντικότερο να ψηφισθούν κόμματα όπως η Δράση, αλλά και η ΔΗΜΣΥΜ, καθώς το μήνυμα με μία τέτοια ψήφο προς τα δύο μεγάλα κόμματα, που θα είναι και στην κυβέρνηση, είναι σαφέστατο: δε σας επιλέγουμε πια, επειδή δεν υπήρξατε αρκετά φιλελεύθεροι και προσπαθήσατε να προστατέψετε τις συντεχνίες σας εις βάρος των υπολοίπων...

Αν κάποιος θεωρεί ότι η Νέα Δημοκρατία είναι το καλύτερο κόμμα ή αν θέλει να ψηφίσει κάποιον υποψήφιό της τον οποίο θεωρεί ιδιαίτερα καλό ας την ψηφίσει. Είναι λάθος, όμως, να ψηφίσει κανείς Νέα Δημοκρατία, παρόλο που προτιμά τη Δράση, επειδή η ψήφος στην τελευταία του φαίνεται χαμένη.

Υ.Γ.  Για όποιον δεν το κατάλαβε εγώ στηρίζω Δράση.        

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Δράση υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων

Η δράση και ο Στέφανος Μάνος υποστηρίζουν ότι πρέπει να απολυθούν με κάποιο μηχανισμό περίπου 400.000 δημόσιοι υπάλληλοι. Θα έλεγε κανείς από αυτή την πρόταση ότι η δράση είναι καθαρά ένα κόμμα κατά των δημοσίων υπαλλήλων, ότι, δηλαδή, ακόμα και αν η πολιτική της θα είχε ίσως κάπως καλύτερα αποτελέσματα για τα υπόλοιπα κομμάτια του πληθυσμού, εντούτοις ειδικά για τους δημοσίους υπαλλήλους είναι τελείως εχθρική. Αυτή είναι και μία από τις βασικότερες κριτικές που δέχεται η δράση. Παρόλα, αυτά εγώ θα υποστηρίξω ακριβώς το αντίθετο, ότι στην πραγματικότητα η δράση είναι όχι μόνο υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και με μία έννοια είναι το μόνο κόμμα με μία συνολική πρόταση υπέρ των συμφερόντων των δημοσίων υπαλλήλων.

Η σύγκριση, όμως, των προτάσεων των κομμάτων δεν μπορεί να γίνει μόνο με βάση τα λόγια και τις ευχές των κομμάτων προεκλογικά. Θα πρέπει να συγκριθούν τα κόμματα με βάση τι θα γίνει στην πράξη αν προσπαθήσουν να εφαρμόσουν αυτά που λένε. Τώρα, δηλαδή, μπορεί τα κόμματα να λένε ότι θα απολύσουν πολύ λιγότερους από 400.000, αλλά είναι βέβαιο ότι η άποψη τους θα αλλάξει προς το χειρότερο μετεκλογικά και θα αλλάξει ακόμα περισσότερο, αν το πρόγραμμά τους πάει χειρότερα από ότι υπολογίζουν. Πόσα εξάλλου πράγματα έγιναν τα τελευταία δύο χρόνια τα οποία διαψεύδονταν μέχρι και μήνες πριν υιοθετηθούν; Από την άλλη, η δράση έχει ένα πρόγραμμα που όσο και αν αρέσκονται οι διάφοροι να το χαρακτηρίζουν
«σκληρό» έχει ξεκάθαρη κατεύθυνση και είναι τέτοιο που να καθιστά με μεγάλη βεβαιότητα τα δημοσιονομικά μας βιώσιμα. Για αυτό το λόγο, η δράση έχει ένα ξεκάθαρο προβάδισμα σε σχέση με τα κόμματα τα οποία έχουν τέτοιες προτάσεις που στην πράξη δε θα μπορέσουν να σταθούν και θα χρειαστεί να συνοδευθούν από άλλα άγνωστα μέτρα. Εξάλλου, αφού κανένα άλλο κόμμα δεν μπορεί να υποσχεθεί με τέτοια βεβαιότητα όσο η δράση ότι αποφύγαμε την ασύντακτη κατάρρευση των δημοσίων οικονομικών, που θα είχε τραγικές και άμεσες συνέπειες για τους δημοσίους υπαλλήλους, πώς μπορεί να υποστηρίζει ότι πάντως η απόλυση 400.000 δημοσίων υπαλλήλων με σημαντικές αποζημιώσεις είναι κάτι χειρότερο;

Δε σταματούν, όμως, εδώ τα πλεονεκτήματα της πρότασης της δράσης. Και ένα πολύ χειροπιαστό πλεονέκτημα είναι ότι η δράση ποτέ δεν υποστήριξε τη μείωση μισθών στο δημόσιο για υπαλλήλους που δεν πληρώνονταν σημαντικά περισσότερο από το μέσο όρο. Αντίθετα, τα κόμματα εξουσίας αυτό έπραξαν, ενώ όλα ουσιαστικά τα κόμματα φαίνεται να προτιμούν τις οριζόντιες περικοπές από τις απολύσεις. Ακόμα χειρότερα, τα περισσότερα κόμματα φαίνεται να προτιμούν τις οριζόντιες περικοπές από τη μείωση των μισθών στις υψηλόμισθες ομάδες του δημοσίου. Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ, αν ήταν αναγκασμένος να κόψει δαπάνες, οριζόντιες περικοπές θα έκανε. Η δράση, όμως, προτιμά τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων. Γιατί πιστεύει ότι οι μισθοί στο δημόσιο δεν είναι υψηλοί (παρόλο που είναι υψηλότεροι από τον ιδιωτικό τομέα), πιστεύει, δηλαδή, ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να προσφέρουν και να είναι παραγωγικότεροι σε σχέση με τους μισθούς που παίρνουν. Ένα βασικό εργαλείο, για να επιτευχθεί η παραγωγικότητα είναι ακριβώς να λαμβάνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι σημαντικές απολαβές. Αυτό, όμως, δεν μπορεί ποτέ να γίνει σε αυτό το τεράστιο και για αυτό το λόγο αντιπαραγωγικό δημόσιο. Η δράση προτείνει να μείνουν τόσοι δημόσιοι υπάλληλοι, ώστε να μπορέσει το σύστημα να γίνει παραγωγικό και να δικαιολογούνται πράγματι οι απολαβές των δημοσίων υπαλλήλων από το όφελος που θα έχουν οι πολίτες από τις κρατικές υπηρεσίες.

Έτσι, ερχόμαστε και σε μία άλλη προσφορά των προτάσεων της Δράσης. Ο συνδυασμός της μείωσης του όγκου του δημοσίου τομέα μαζί με τη βελτίωση του τρόπου διοίκησης και την αναβάθμιση των διοικητών που θα μπορούσε να προσφέρει η Δράση με τα στελέχη της είναι η μοναδική πολιτική πρόταση που δίνει κάποια ελπίδα ότι μπορεί να ξεβαλτώσει το δημόσιο στην Ελλάδα. Οι ελπίδες βέβαια για αυτό τον άθλο είναι υπερβολικά μικρές, καθώς οι κρατικοί μηχανισμοί δείχνουν ιστορικά να είναι παντρεμένοι με την αναποτελεσματικότητα και συχνά με τη ματαιότητα ή ακόμα χειρότερα την καταστροφή. Αν το συλλογιστεί κανείς, τα μονίμως αντιπολιτευόμενα κόμματα, στη μανία τους να είναι «αντιμνημονιακά» και να αντιδρούν σε οτιδήποτε προτείνουν τα κόμματα εξουσίας, δεν έχουν σχεδόν καμία πρόταση για το πώς φαντάζονται ότι θα έπρεπε να είναι δομημένο το κράτος (αν εξαιρέσουμε ότι το ΚΚΕ ονειρεύεται ένα πολύ συγκεκριμένο μοντέλο που εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ένωση...) και γενικότερα τα κόμματα, με λίγες εξαιρέσεις, δεν έχουν στελέχη με εντυπωσιακές διοικητικές ή άλλες ικανότητες. Η μετατροπή του δημοσίου τομέα σε ένα ζωντανό και δημιουργικό κομμάτι της κοινωνίας είναι προφανέστατα κάτι που θα έπρεπε να στηρίξουν οι πρωταγωνιστές σε αυτή τη διαδικασία.

Τέλος, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι και αυτοί πολίτες. Τα οφέλη από την παύση της αβεβαιότητας που θα παρατηρηθεί, όταν καταστεί το κράτος βιώσιμο, τα οφέλη από τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για τη συντήρηση του κράτους και τα οφέλη από την αναβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών του κράτους θα είναι τόσο σημαντικά για την οικονομία, την κοινωνία και τον πολίτη που αποτελούν ασφαλώς αξιοσημείωτο λόγο ακόμα και για ένα δημόσιο υπάλληλο να στηρίζει τις πολιτικές της δράσης. Πολύ περισσότερο, όμως, είναι ο καλύτερος και πιο αξιόπιστος τρόπος, για να βγούμε από το φαύλο κύκλο στον οποίο έχουμε πέσει.

Στο άρθρο αυτό συγκρίνω τη δράση κυρίως με τα κόμματα που είτε είναι στη βουλή ήδη είτε φαίνεται να μπαίνουν στη βουλή με βεβαιότητα. Αντίθετα, δεν αναφέρομαι στη Δημοκρατική Συμμαχία που έχει ασφαλώς προτάσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, η οποία όμως, επίσης, υστερεί κατά τη γνώμη μου στην ποιότητα των προτάσεων σημαντικά σε σχέση με τη δράση. Επίσης, προς τη σωστή κατεύθυνση φαίνεται να είναι και η δημιουργία ξανά, της οποίας, όμως, η πρόταση δεν είναι ακόμα τόσο ολοκληρωμένη και δεν ξέρουμε ακριβώς τι προτείνει.

Τα στελέχη της Δράσης αντιλαμβάνονται ότι είναι δύσκολο να πείσουν δημοσίους υπαλλήλους να την στηρίξουν και ότι το κοινό της Δράσης πρέπει τουλάχιστον προς το παρόν να αναζητηθεί προς τον ιδιωτικό τομέα. Η πραγματικότητα, όμως, αν και δύσκολο να επικοινωνηθεί, είναι ότι η Δράση αποτελεί την καλύτερη επιλογή και για εκείνους των οποίων προτείνει την απόλυση. Οι λύσεις στα προβλήματά μας δε θα δοθούν, αν η δική μας ομάδα υπερισχύσει των αντιπάλων στην κοινωνία, αλλά, αντίθετα, αν καταφέρουμε να σπάσουμε εκείνους τους μηχανισμούς που καθηλώνουν και διαλύουν τις δυνατότητες συνεργασίας μας και αποτρέπουν την πολλαπλασιαστική αύξηση του έργου που όλοι μαζί μπορούμε να δημιουργήσουμε.

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Οικονομική Κρίση, άλλο ένα Πολτικό Καπρίτσιο

Όλο και περισσότεροι σήμερα προσπαθούν να δώσουν μία ερμηνεία, μία εξήγηση στην οικονομική κρίση. Σε αυτό το άρθρο, χωρις να ειμαι εξειδικευμενος οικονομολογος αλλά απλός φοιτητής νομικής, θα κάνω και εγώ ακριβώς το ίδιο, θα δώσω άλλη μία εξήγηση. Αυτό που θα προσπαθήσω να προσθέσω είναι η απάντηση στο ερώτημα πώς γίνεται να πλήττονται όλες οι πλευρές ταυτόχρονα με αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα. Πώς γίνεται, δηλαδή, να πλήττονται οι φορολογούμενοι, οι δανειστές του κράτους, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι επιχειρηματίες, οι ιδιοκτήτες ακινήτων, οι τράπεζες, οι δανειολήπτες και πολλές άλλες κατηγορίες όλοι ταυτόχρονα και σε τοσο σημαντικό βαθμό; Η κατανόηση της απάντησης μπορεί να μας βοηθήσει να υπερβούμε την κρίση και να αποφύγουμε παρόμοια λάθη στο μέλλον.

Μία πρώτη απάντηση για το πώς έχουν πληγεί όλες οι κοινωνικές ομάδες είναι, ακόμη και αν φαίνεται αυτό αντιδιαισθητικό, ότι σε μία οικονομική κρίση γενικά χάνουν ΌΛΕΣ οι ομάδες ή οι τάξεις της κοινωνίας. Το προϊόν της οικονομίας μειώνεται και η κοινωνία συνολικά επιμερίζεται τη χασούρα (άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο). Πράγματι και στις τελικά ΗΠΑ όλοι φαίνεται να έχασαν από την κρίση. Πρώτοι, όμως, επλήγησαν όσοι είχαν σχέσεις με ακίνητα, επειδή η κρίση ξεκίνησε από τα στεγαστικά δάνεια, και ύστερα επλήγησαν όλοι οι υπόλοιποι. Στην Ελλάδα, όμως, δε φαίνεται να συμβαίνει ακριβώς αυτό.

Οι πρώτοι που θα περίμενε κανείς να χάσουν λόγω της κρίσης είναι οι δανειστές της Ελλάδας και, πράγματι, τώρα φαίνεται ότι αυτοί θα χάσουν αρκετά. Παρόλα αυτά για πολυ καιρό προσπαθούσε να μας πεισεί η πολιτική τάξη ότι οι δανειστές μας δε θα χάσουν δεκάρα. Από την άλλη, ακόμα και τώρα δεν είναι καθόλου σαφές πόσα τελικά χρήματα θα χάσουν οι ομολογιούχοι. Θα χάσουν όσα συμφωνηθεί στο PSI ή στο μέλλον θα χάσουν επιπρόσθετα; Επίσης, οι φορολογούμενοι έχουν ηδη κληθεί να σηκώσουν ένα τεράστιο βάρος με φόρους που ήδη παραμορφώνουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη λειτουργία της οικονομίας. Υπάρχει, όμως, τίποτα που να εξασφαλίζει στους φορολογούμενους ότι δε θα φορολογηθούν παραπάνω στο μέλλον; Μπορούν να ξέρουν πόσο θα επιβαρυνθούν προκειμένου να μην επιβαρυνθούν οι δανειστές; Σε αυτούς προστίθενται και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι επικρατεί η νοοτροπία πως ότι και αν πάθουν οι υπόλοιποι αυτούς δεν τους πειράζουμε. Ούτε αυτό, όμως, δε κατάφερε να εξασφαλισθεί. Οι μισθοί πέσανε και πολλοί υπάλληλοι στέλνονται στην εφεδρεία. Επίσης το βασικότερο είναι ότι και αυτοί διακατέχονται από τεράστια ανασφάλεια για το αν οι μισθοί τους θα διατηρηθούν στο μέλλον και για το αν στο μέλλον θα έχουν δουλειά. Έτσι, οι δανειστές κινδυνεύουν να χάσουν δισεκατομμύρια χωρίς να ξέρουμε πού είναι ο πάτος, οι φορολογούμενοι κοντεύουν να χάσουν δισεκατομμύρια χωρίς να ξέρουμε και εκεί που είναι ο πάτος, με αποτέλεσμα οι επιχειρηματικές δραστηριότητες να χάνουν τις προοπτικές τους για κερδοφορία, και οι εργαζόμενοι σε δημόσιο και σε ιδιωτικό τομέα ζουν σε πλήρη ανασφάλεια. Έχουμε, λοιπόν, ύφεση...

Σε όλα αυτά προστίθεται η αβεβαιότητα του νομίσματος για να δέσει το γλυκό. Η τελευταία ασφαλώς μειώνεται με τη δυνατότητα που έχουν οι πολίτες να βγάλουν αποταμιεύσεις στο εξωτερικό. Αλλά το γεγονός παραμένει ότι μπορεί σχεδόν ανά πάσα στιγμή όλες οι αξίες να αποτυπώνονται σε ένα καινούργιο κατά πολύ υποτιμημένο νόμισμα. ´Ετσι, έχουμε και άλλη ύφεση. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι, πριν ακόμα ανακοινωθεί ότι οι δανειστές θα χάσουν δεκάρα από τις αξίες των ομολόγων τους, όλη αυτή η αβεβαιότητα είχε ήδη προκαλέσει την καταράκωση στις αξίες των περιουσιακών στοιχείων των πολιτών και όλες τις υπόλοιπες υφεσιακές συνέπειες. Η αβεβαιότητα, δηλαδή, για το πού θα πέσουν οι ζημιές είναι πολυ πιο καταστροφική από το ύψος των ζημιών. Από το PSI θα εξοικονομηθούν, ίσως, κάτι παραπάνω από 100 δις ευρώ. Η Εθνική τράπεζα, όμως, μόνη της έχει χάσει απο το 2009 χρηματιστηριακή αξία κοντά στα 20 δις απλώς και μόνο λόγω της προσδοκίας των ζημιών που ίσως επωμισθεί. Αν υπολογίσουμε με τον ίδιο τρόπο τη μείωση της αξίας σε όλες τις εταιρίες εισηγμένες και μη και σε όλα τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία, όπως τα ακίνητα, καταλαβαίνουμε γιατί υπάρχει ύφεση... Θα μπορούσε να φανεί το πώς επιδρά η αβεβαιότητα καλύτερα μέσω μίας αναλογίας, αν φανταστούμε ότι το χρέος της Ελλάδας είναι μία πολύ μεγάλη φωτιά μέσα σε μία πόλη. Ο άνεμος, όμως, είναι ισχυρός και ταυτόχρονα ακαθόριστος, αλλάζει συνέχεια και δεν ξέρουμε προς τα πού θα στείλει τη φωτιά και ποια σπίτια θα κινδυνεύσουν να καούν. Όλοι οι πολίτες θα αναγκασθούν να αρχίσουν να προφυλάσσονται ή και ίσως εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, και όλη η πόλη θα παραλύσει από τις κανονικές της λειτουργίες είτε καταφέρουν τελικά να σβήσουν τη φωτιά έιτε όχι. Αντίθετα, αν ξέρουμε ότι φυσάει βοριάς, τότε μπορεί όλη η υπόλοιπη πόλη πέρα από το νότιο κομμάτι να ησυχάσει και να συνεχίσει ο καθένας με τις δουλείες του. Ίσως, μπορέσουν και οι υπόλοιποι κάτοικοι να βοηθήσουν καλύτερα στην προετοιμασία και το νότιο κομμάτι της πόλης που βρίσκεται σε κίνδυνο. Ασφαλώς, αν επιτευχθεί το σβήσιμο της φωτιάς, τότε τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα, σε κάθε περίπτωση, όμως, ίσως είναι ακόμα σημαντικότερο να ξέρουμε ποιος κινδυνεύει και να μπορούμε να εξακριβώσουμε ποιος θα μείνει ασφαλής.

Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση της κρίσης στην Ελλάδα (αλλά και στην υπόλοιποι Ευρώπη); Αφού δεν ξέρουμε προς τα πού φυσάει ο άνεμος, πώς μπορούμε να αποτρέψουμε την παράλυση της πόλης; Πολύ απλά, πρέπει να ανακοινώσουμε από τώρα προς τα πού θα αφήσουμε τον άνεμο να κινηθεί, αφού είναι το ίδιο το κράτος που έχει την αδυναμία πληρωμής και μπορεί το ίδιο αν ήθελε να μας πει από τώρα ποιους από όλους δε θα πληρώσει. Εδώ μπορεί να προβληθεί η αντίρρηση ότι δε θα μπορούσαμε εκ των προτέρων να ξέρουμε ποιος θα φάει τις ζημιές επειδή δεν μπορούμε να ξέρουμε εκ των προτέρων το μέγεθός τους. Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Προφανώς, δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι θα γίνει στο μέλλον. Αυτό, όμως, δε μας εμπόδισε ποτέ από το να θεσπίσουμε κανόνες για το πώς θα αντιδράσει η πολιτεία σε περίπτωση που ένα σενάριο πραγματοποιηθεί. Δεν υπάρχει ασφαλώς καμία πυθία που να μπορεί να μας πει τι θα γίνει και εμείς να προβλέψουμε κανόνες για το συγκεκριμένο χρησμό. Αυτό που μπορούμε, όμως, να κάνουμε είναι να προδιαγράψουμε όλα τα σενάρια, περισσότερο και λιγότερο πιθανά, και να δηλώσουμε εκ των προτέρων τι θα γίνει σε περίπτωση που κάποιο από αυτά πραγματοποιηθεί. Έτσι, λειτουργούν μεγάλοι κλάδοι του δικαίου και έτσι μπορούν να λειτουργήσουν και οι κρατικοί μηχανισμοί. Για παράδειγμα, ίσως να μην μπορούμε να προβλέψουμε με σιγουριά ότι μία επιχείρηση θα χρεοκοπήσει ακριβώς σε δύο χρόνια, παρόλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι αν χρεοκοπήσει θα περάσει από την πολύ συγκεκριμένη διαδικασία που ορίζεται στο πτωχευτικό δίκαιο και πως όλοι οι οφειλέτες τις επιχείρησης θα ικανοποιηθούν ή δε θα ικανοποιηθούν ανάλογα με το τι προβλέπουν αυτοί οι κανόνες. Το δίκαιό μας για παράδειγμα προβλέπει συγκεκριμένα ότι πρώτα ικανοποιούνται οι εργαζόμενοι και τα ασφαλιστικά ταμεία. Αυτό μπορεί να είναι άδικο για τον προμηθευτή μπορεί και όχι. Σε κάθε περίπτωση, όμως, γνωρίζει ότι θα ικανοποιηθεί τελευταίος και μπορεί να πάρει τις ανάλογες προφυλάξεις, ώστε να ασφαλισθεί από τον κίνδυνο. Σκεφτείτε μία πτωχευτική διαδικασία που να λέει ότι ο δήμαρχος της πόλης θα αποφασίζει για το ποιος θα ικανοποιηθεί πρώτος και ποιος δεύτερος, όταν πτωχεύει μία επιχείρηση. Η αβεβαιότητα που θα υπάρξει είναι προφανής, για να μη μιλήσουμε για τη δυνατότητα αυθαιρεσίας ή για τη χαρά του δημάρχου που θα μπορεί να ασκεί τέτοια εξουσία.

Αυτή η χαρά είναι και σε μεγάλο βαθμό ο λόγος για τον οποίο οι πολιτικοί ούτε καν έχουν διανοηθεί να δεσμεύσουν τις αποφάσεις τους από τώρα, ώστε να προκύψει ένα σύστημα κανόνων που θα προβλέπουν το πώς θα αντιδράσει το κράτος σε κάθε πιθανό ενδεχόμενο. Θα χάσουν έτσι τη δυνατότητα να μπορούν ανά πάσα στιγμή να αποφασίζουν το καπρίτσιο τους χωρίς να προσφέρουν για αυτό την παραμικρή αιτιολογία. Λέγαμε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ότι δε θα γίνει αναδιάρθρωση. Γιατί; Θα ήταν καταστροφική. Τώρα λέμε ότι θα γίνει αναδιάρθρωση. Γιατί; Αφού αν δε γίνει, θα ήταν καταστροφικό. Μπορεί κάποια από τις δύο απαντήσεις να είναι περισσότερο σωστή. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι και οι δύο είναι εξ ίσου αυθαίρετεςκαι δεν υπάρχει κάποιος τρόπος για έναν πολίτη να ξέρει εκ των προτέρων αυτό το καπρίτσιο, για να μπορέσει να προστατευθεί σε περίπτωση που χρειαστεί. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι καλώς ή κακώς πολύ ανεπτυγμένο και υπάρχουν τρόποι να ασφαλιστεί ένας επενδυτής ή ένας καταθέτης από έναν συγκεκριμένο κίνδυνο. Σήμερα, όμως, αυτό που συμβαίνει είναι ότι ζητάμε από όσους περισσότερους γίνεται να ασφαλισθούν για αντίθετους κινδύνους. Ζητάμε για παράδειγμα από το σύστημα να παράσχει ασφάλεια σε επενδύσεις τόσο για το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της Ελλάδας όσο και για το ενδεχόμενο διάσωσής της. Αυτό δεν το κάνουμε, επειδή δε γίνεται να αποφασίσουμε εκ των προτέρων τι θα γίνει σε περίπτωση που κάποια νούμερα δε βγαίνουν, αντίθετα το κάνουμε βασικά, επειδή οι πολιτικοί θέλουν να διαθέτουν ανά πάσα στιγμή τη διακριτική ευχέρεια για το τι τελικά θα γίνει.

Αυτό, λοιπόν, που χρειαζόμαστε είναι η εκ των προτέρων δέσμευση των πολιτικών αποφάσεων σε ένα πτωχευτικό δίκαιο για κράτη (ή τουλάχιστον για την Ελλάδα). Επίσης, πρέπει να υπάρξει δέσμευση και ασφάλεια για το ποιο θα είναι το νόμισμα που θα υπάρχει και ποιοι θα είναι οι κανόνες υποτίμησης (ή υπερτίμησής του!!!). Αν υπήρχε κάποιος τρόπος να εξασφαλισθεί ότι η Ελλάδα θα μείνει στο ευρώ (ένα ευρώ που δε θα πληθωρισθεί από τρισεκατομμύρια για να σώσει τα κράτη), τότε ένα μεγάλο κομμάτι της κρίσης και της ύφεσης θα είχε ήδη περάσει. Πώς μπορεί να γίνει αυτή η εκ των προτέρων δέσμευση της κυβέρνησης και των πολιτικών ευρύτερα; Πρώτη απαραίτητη προϋπόθεση είναι έστω και λίγο να το σκεφτούμε και να μας απασχολήσει ως ενδεχόμενο. Στη συνέχεια ξέρουμε ότι, καταρχήν, το σύνταγμα έχει κανόνες που δεν μπορούν να μεταβληθούν ανάλογα με τα καπρίτσια του κάθε πρωθυπουργού ή υπουργού οικονομικών. Για αυτό, όμως, ακριβώς το λόγο το σύνταγμα δεν μπορούμε και να το αλλάξουμε τώρα, ώστε να προβλέψουμε τους κανόνες που θέλουμε. Οι απλοί νόμοι δε μας αρκούν γιατί μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή και ουσιαστικά δεν περιορίζουν τη διοίκηση. Έτσι, μας μένουν οι διεθνείς συνθήκες, οι διεθνείς συμβάσεις (ειδικά αν διέπονται από εξωτερικά δίκαια) και ίσως το σημαντικότερο το κοινοτικό δίκαιο.

Το ελληνικό κράτος θα μπορούσε, ανακτώντας με αυτό τον τρόπο ένα κομμάτι της αξιοπρέπειας που έχει χάσει, να εμφανισθεί στη διαπραγμάτευση της καινούργιας δανειακής σύμβασης και να δηλώσει ότι, αν αυτή δεν πετύχει, τότε θα δεχθεί τη χρεοκοπία και ότι δε θα ζητήσει άλλα χρήματα από τα ευρωπαϊκά κράτη (το υπονοούμενο των Ελλήνων πολιτικών προς τους Ευρωπαίους που ισχύει τα τελευταία δύο χρόνια ότι "άμα κάτι δεν πάει καλά, πάλι εσάς θα εκβιάσουμε να μας βγάλετε από την τρύπα" είναι αισχρό και απαράδεκτο). Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν κανένα λόγο να μας πιστέψουν, ότι πράγματι δε θα ζητήσουμε νέα βοήθεια. Αυτό όμως μπορεί να λυθεί. Ο ένας τρόπος θα ήταν να τους παραδώσουμε την εθνική μας κυριαρχία, ώστε να μπορούν εκείνοι εκ των υστέρων να πάρουν τις αποφάσεις αντί για μας. Αυτό, όμως, είναι κάτι που δεν είναι καθόλου σκόπιμο. Δεν αξίζει για οικονομικούς λόγους να χάσουμε το δημοκρατικό μας πολίτευμα. Αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι να επιτρέψουμε στους εταίρους μας να μας επιβάλλουν κάτι που ούτε την κυριαρχία μας θίγει ούτε από την άλλη θα το προτιμούσε κανείς Έλληνας πολιτικός από την ελεγχόμενη και προρρυθμισμένη χρεοκοπία. Αυτό θα ήταν η έξοδος από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία τέτοια κύρωση, σε περίπτωση που δε δεχθούμε στο μέλλον τις κυρώσεις που θα έχουμε ήδη συμφωνήσει από τώρα, είναι αρκετά σημαντική χωρίς να θέτει ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Δυστυχώς, υπάρχουν αρκετές πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα που θα έκαναν ευχαρίστως αυτή την επιλογή ειδικά αν σημαίνει ότι δε θα ξεχρεώσουν τα δάνεια που έχουν λάβει. Αν, όμως, αυτές οι δυνάμεις επικρατήσουν, τότε είμαστε χαμένοι έτσι και αλλιώς (δυστυχώς δεν έχω βρει ακόμα τη θεσμική φόρμουλα που μπορεί να μας προστατέψει από τους καθ ημάς αριστερούς). Αυτή η σύμβαση θα μπορούσε να ενσωματωθεί στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες και να προβλέπει μία διαδικασία κοινή για όλους η οποία να οριστικοποιεί ποιοι και σε τι ποσοστό θα επωμίζονται τις ζημιές των κρατών που αντιμετωπίζουν προβλήματα δανεισμού και πώς και σε ποιο βαθμό τα κράτη θα δέχονται βοηθητική χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Δ.Ν.Τ. Θα πρέπει δηλαδή σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να μπει ένα όριο στο πόσο θα χάσουν οι δανειστές, ένα όριο στην έκταση της φορολόγησης της οικονομίας, ένα όριο στο ποιες θα είναι οι συγκεκριμένες συνθήκες αποζημίωσης των υπαλλήλων σε περίπτωση απόλυσης ή το ύψος των μισθών τους σε περίπτωση μη απόλυσης και μία εξασφάλιση για το νόμισμα το οποίο θα έχουμε στο μεσοπρόθεσμο μέλλον. Ο σκοπός είναι να ξέρει εκ των προτέρων ο κάθε πολίτης και ο κάθε επενδυτής πώς θα αντιδράσει και η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα μέλη της μεμονωμένα σε περίπτωση που συγκεκριμένα οικονομικά αποτελέσματα πραγματοποιηθούν, ώστε να μπορέσει να ασφαλιστεί για αυτά τα ενδεχόμενα και να συνεχίσει μετά τις δουλείες του.

Στη νομική αυτό το πρόβλημα το λέμε ανασφάλεια δικαίου. Στον επιχειρηματικό κόσμο είναι απλώς μία αβεβαιότητα σαν όλες τις άλλες. Πράγματι, από τη σκοπιά των επιχειρηματιών είναι ουσιαστικά το ίδιο με μία αβεβαιότητα όπως είναι το αν θα συμβεί σεισμός στην Ελλάδα, πρέπει και για τις δύο μία επιχείρηση να προστατευθεί. Από τη μεριά των νομικών, όμως, και των πολιτικών πρέπει κανείς να αντιλαμβάνεται τη διαφορά μεταξύ των δύο αβεβαιοτήτων. Την πρώτη πολύ απλά την έχουμε δημιουργήσει εμείς και θα μπορούσαμε αν εφαρμόζαμε το κράτος δικαίου να την εξαλείψουμε και να μετατραπεί αυτή η ανασφάλεια σε ασφάλεια δικαίου. Οι νομικοί (και οι πολιτικοί), όμως, μάλλον δεν είναι τόσο καταρτισμένοι και εξοικειωμένοι με τη μηχανική των οικονομιών με αποτέλεσμα σε τέτοια περίπλοκα θέματα να μη γνωρίζουν πώς θα μπορούσε να είναι δομημένο ένα σύστημα το οποίο να έχει πολύ περιορισμένη διακριτική ευχέρεια στα χέρια των πολιτικών και αντίθετα πολύ μεγάλη έμφαση σε κανόνες εκ των προτέρων γνωστούς που να ικανοποιούν κάποιες σημαντικές αρχές του κράτους δικαίου.

Το κράτος πρέπει ασφαλώς να εκσυγχρονισθεί και σκοπός του πρέπει να είναι μέσω κάποιου σχεδίου και μέσω της εφαρμογής μίας πολιτικής να καταστεί βιώσιμο. Αυτό είναι το ζητούμενό. Παρόλα αυτά, χρειαζόμαστε πέρα από αυτό (που δεν το έχουμε) να ξέρουμε ποιοι θα είναι εκείνοι που θα υποστούν της ζημίες αν τα σχέδιά μας αποτύχουν. Πρέπει, επιτέλους, να σταματήσει αυτή η ιστορία να μπορούν συνεχώς οι αποτυχίες του κράτους να μεγεθύνονται και να απειλούν ολοένα και μεγαλύτερες ζημιές σαν μία χιονοστιβάδα σε όλα τα μέλη της κοινωνίας απλώς και μόνο επειδή οι πολιτικοί μπορούν να πάρουν την απόφαση να μας φορολογήσουν μέχρι θανάτου ή να μας αλλάξουν το νόμισμα και να το υποτιμήσουν όσο εκείνοι θέλουν, για να προσπαθήσουν να διασώσουν και να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Μπορούν να ανακυκλώσουν πλαστικό!



Τώρα που είναι στην επικαιρότητα μεταξύ άλλων τα σκουπίδια, ένας σκουπιδιάρης, όπως χαρακτηρίζει τον εαυτό του, μας δίνει το ξεκίνημα της λύσης για την ανακύκλωση του πλαστικού...

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Ανώτατη Εκπαίδευση – Φιλελεύθερες Λύσεις και Κρατικές Διευθετήσεις



Πρόσφατα, ψηφίστηκε ο περιβόητος νόμος για την παιδεία. Το νόμο ψήφισε η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής βουλής, ενώ από την άλλη τα αριστερά κόμματα, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, ορκίστηκαν να μην αφήσουν με τίποτα ένα τέτοιο νομοσχέδιο να επικρατήσει στα ελληνικά πανεπιστημία υποσχόμενοι αγώνες κοκ. Σε παρόμοιο μήκος κύματος κινήθηκαν και όλες οι φοιτητικές παρατάξεις (ακόμα και η ΠΑΣΠ και η ΔΑΠ), ασκώντας το γνώριμο μέσο των καταλήψεων. Πολεμικές διαθέσεις δείχνουν όμως και οι καθηγητές των ιδρυμάτων ή τουλάχιστον η πλειοψηφία όσων έχουν εκφραστεί. Τι είναι, όμως, τελικά αυτή η μεταρρύθμιση; Είναι πανάκεια για όλα τα προβλήματα της ανώτατης εκπαίδευσης; Είναι μήπως η καταστροφή της; Ή τίποτα από όλα αυτά;

Πρώτα απ'όλα πρέπει να εστιάσει κανείς στους λόγους για τους οποίους απαιτείται η μεταρρύθμιση. Καταρχάς, θα πρέπει να αποσκοπεί και να προσπαθεί να επιτύχει βελτίωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτό με την σειρά του μεταφράζεται σε καλύτερη διδασκαλία, καλύτερες υποδομές και πιο ουσιαστική έρευνα. Κυρίως λοιπόν θα πρέπει ο φοιτητής να λαμβάνει περισσότερη και πιο ουσιαστική γνώση η οποία θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, θα αναπτύσσει την προσωπικότητά του με τον καλύτερο τρόπο και ταυτόχρονα θα ενισχύει αυτόν και την κοινωνία στο μέλλον.

Σήμερα, τεράστιος αριθμός σχολών υπολειτουργούν. Πολλοί από τους καθηγητές έχουν ομολογουμένως φτωχότατες επιδόσεις στην διδασκαλία. Η χρηματοδότηση και οι επιδόσεις μας στην έρευνα είναι πενιχρότατες. Η προσέλευση στις αίθουσες είναι χαμηλή (και σε ορισμένες σχολές δεν πηγαίνει κανένας!) ενώ επιπλεόν η σύνδεση με το επαγγελματικό μέλλον του φοιτητή είναι στις περισσότερες περιπτώσεις υποτυπώδης. Το πλήθος των επιστημόνων στην οικονομία είναι τεράστιο, αλλά από την άλλη η αξιοποίηση ειδικών γνώσεων προς όφελος της κοινωνίας, μέσω της κατάρτισης και της καινοτομίας είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Εκείνοι που καταφέρνουν να μπουν σε μία σχολή τις περισσότερες φορές απολαύουν πενιχρές υπηρεσίες, για τις οποίες όμως πληρώνουν χρυσάφι όλα τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, ακόμα και εκείνα που δεν είχαν την τύχη να περάσουν σε κάποια σχολή και που συνήθως κατάγονται από τις χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες. Τέλος, εντυπωσιακό είναι και το μέγεθος της διαπλοκής που αναπτύσσεεται μέσα στα πανεπιστήμια σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτή βέβαια συμμετέχουν και μέλη φοιτητικών παρτάξεων τα οποία εκεί γαλουχούνται, για να γίνουν ύστερα η μελλοντική πολιτική ηγεσία του τόπου.

Η καλύτερη λύση σε όλα αυτά προβλήματα, όσο και αν αυτό ακούγεται τελείως τρελό στην ελληνική πραγματικότητα, θα ήταν να προχωρήσουμε στην απελευθέρωση της ανώτατης εκπαίδευσης με ταυτόχρονη ιδιωτικοποίηση των κρατικών πανεπιστημίων. Σήμερα τα χρήματα που δαπανώνται για την τριτοβάθμια παιδεία είναι (ή τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα ήταν) ως ποσοστό του ΑΕΠ από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρόλα αυτά, το επίπεδο της τριτοβάθμιας παιδείας είναι πολύ χαμηλο. Όλα αυτά ισχύουν, επειδή τα χρήματα δίνονται στα πανεπιστήμια ανεξάρτητα από το αν οι φοιτητές τα προτιμούν ή οχι και, ουσιαστικά, ανεξάρτητα από το πόσο σπάταλα είναι. Αντίθετα, σέ ένα ιδιωτικό σύστημα θα μπορούσαμε να δούμε πραγματική πρόοδο και καινοτομία στο επίπεδο της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως βλέπουμε σε οποιονδήποτε τομέα της οικονομίας ασκείται από την ιδιωτική και όχι την κρατική πρωτοβουλία, είτε είναι οι φούρνοι στις γειτονίες μας είτε είναι περίπλοκα τεχνολογικά προϊόντα όπως τα αυτοκίνητα ή οι υπολογιστές. Οι υπηρεσίες συνεχώς θα βελτιώνονταν και οι τιμές συνεχώς θα έπεφταν λόγω του ανταγωνισμού. Ανάγκες για γνώση που έχουν οι πολίτες και που χρειάζονται για να λειτουργήσει καλύτερα η οικονομία και να παρέχει καινούργια και καλύτερα αγαθά, θα καλύπτονταν με ταχύτατους ρυθμούς. Ταυτόχρονα θα ξεφορτωνόμασταν αμέσως την “άχρηστη γνώση”. Εδώ απαιτείται η διευκρίνιση ότι η γνώση έχει φυσικά πάντοτε αξία. Πρέπει όμως να μαθαίνουμε τις όσο το δυνατόν καταλληλότερες γνώσεις, για να πετύχουμε τους στόχους μας στη ζωή μας. Για παράδειγμα, είναι ασφαλώς χρήσιμο ένας μηχανικός να κάνει ένα μάθημα πάνω στο δίκαιο, και ειδικά στο πολεοδομικό δίκαιο, χρήσιμο είναι όμως να μαθαίνει και αστικό, εμπορικό, ποινικό και μην ξεχάσουμε και την πολιτική δικονομία! Προφανώς, όμως, δεν είναι δυνατόν να απαιτούμε από όλους τους μηχανικούς να τελειώνουν επιπλέον και νομική, γιατί πολύ απλά το κόστος είναι δυσανάλογο.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι βέβαιο ότι θα δημιουργηθούν φιλανθρωπικές οργανώσεις που θα χρηματοδοτούν νέους από τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, για να μπορέσουν να σπουδάσουν. Επίσης, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι, ακόμα και αν κάποιοι εισερχόμενοι στο πανεπιστήμιο ανήκαν στα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, όταν αποφοιτήσουν από το πανεπιστήμιο θα ανήκουν τουλάχιστον στις μεσαίες αν όχι στις ανώτερες εισοδηματικές ομάδες, επειδή θα μπορούν με τις γνώσεις που έχουν αποκτήσει να πετύχουν σημαντικές απολαβές. Έτσι, είναι οικονομικά εύλογο εκείνοι που έχουν έφεση για την παιδεία, ακόμα και αν δεν μπορούν να πληρώσουν εκ των προτέρων για την παιδεία τους, να βρεθεί ένα σύστημα, ώστε να πληρώνουν εκ των υστέρων. Αν το κράτος δεν έχει εμπιστοσύνη ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία θα οργανώσει ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να αναλάβει πρωτοβουλία το ίδιο και να παρεχει δάνεια σε φοιτητές που δείχνουν ιδιαίτερες ικανότητες. Αλλίως αν είναι επιθυμητή μία πιο βέβαιη κρατική ενίσχυση, τότε θα μπορούσε το κράτος να επιδοτήσει εκ των προτέρων εκείνους τους φτωχότερους μαθητές που παρουσιάζουν καλά αποτελέσματα σε κάποιο είδος εξετάσεων. Εξ άλλου, για να είναι κάτι δωρεάν δε σημαίνει ότι πρέπει να το παρέχει αναγκαστικά κρατικός φορέας, μπορεί κάλλιστα κάτι να παρέχεται ιδιωτικά και να καλύπτει το κράτος το κόστος των υπηρεσιών.

Εναλλακτικά θα ήταν δυνατόν τα πανεπιστήμια είτε ιδιωτικά είτε κρατικά να οργανωθούν τελείως χαλαρά και βασικά να παρέχουν μόνο αίθουσες σε οποιονδήποτε θέλει να διδάξει και αντίστοιχα σε οποιονδήποτε θέλει να διδαχθεί. Σε ένα τέτοιο σύστημα δε χρειάζονται μόνιμοι διδάσκοντες. Ο οποιοσδήποτε, δηλαδή, θέλει θα μπορεί να βγάλει μία ανακοίνωση ότι διδάσκω το τάδε μάθημα, με το τάδε περιεχόμενο και θέλω να πληρωθώ με τον τάδε τρόπο από τους σπουδαστές. Ύστερα όποιος φοιτητής θέλει δηλώνει συμμετοχή στο μάθημα και δέχεται να πληρώσει τον καθηγητή με τον τρόπο που εκείνος επέλεξε. Ο μόνος ρόλος του πανεπιστημίου σε αυτη τη συμφωνία είναι βρεί την καταλληλότερη αίθουσα, να τη διατηρεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να παρέχει τον απαραίτητο εξοπλισμό, αν αυτός ζητηθεί από το διδάσκοντα, ενώ πάραλληλα θα έχει την αξίωση να πληρωθεί από τον καθηγητή ή τους φοιτητές, ώστε να καλύψει τις δαπάνες του. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι προφανές ότι μπορούν πολλοί καθηγητές από κοινού να ενωθούν και να παρέχουν σειρές μαθημάτων και να χρεώνουν τους φοιτητές συνολικά ή και τμηματικά. Το απότέλεσμα θα είναι εκείνο που θα συμφωνηθεί και θα προκύψει ότι είναι καλύτερο μεταξύ φοιτητών και διδασκόντων.

Όλα τα παραπάνω είναι κάποως δύσκολο να εφαρμοσθούν σήμερα στην Ελλάδα για λόγους νομικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς και άλλους. Είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουμε από τη λογική ότι η παιδεία είναι κρατική, ότι θα είναι δωρεάν για όλους, φτωχούς και πλούσιους, και ότι θα την ορίζει εν πάση περιπτώσει το κράτος ως πολιτικός οργανισμός και όχι οι πολίτες-καταναλωτές, οι δέκτες δηλαδή των υπηρεσιών. Μία ριζοσπαστική πρόταση θα ήταν να πάψουν οι πανελλήνιες να έχουν την σημερινή λογική σύμφωνα με την οποία δίνεται ένα εισιτήριο στον φοιτητή να πάει σε μία σχολή η οποία σε κάθε περίπτωση θα είναι εκεί και θα τον περιμένει είτε αυτός επιθυμεί να πάει είτε όχι. Αντ’αυτού θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα σύστημα πανελληνίων όπου οι επιτυχόντες ανάλογα με το βαθμό τους να παίρνουν ένα άναλογο ποσό χρημάτων, το οποίο θα μπορούσαν να διαθέσουν μαζί και με δικά τους ενδεχομένως χρήματα σε όποιο πανεπιστήμιο επιθυμούν. Έτσι θα μπορούσε να συνεχίσει να είναι ουσιαστικά δωρεάν η ανώτατη εκπαίδευση, όπως απαιτεί το σύνταγμα αλλά παράλληλα τα διάφορα πανεπιστήμια θα έχουν πραγματικά κίνητρα να βελτιώσουν τις υπηρεσίες τους προς τους φοιτητές, ώστε να προσελκύσουν περισσότερα έσοδα.

Όλα αυτά, με το νέο νομοσχέδιο δε γίνονται... Τα πανεπιστήμια συνεχίζουν να είναι γραφειοκρατικά και να ελεγχονται οικονομικά από το κράτος που αναγκαστικά έχει και αυτό γραφειοκρατική δομή. Τα πανεπιστήμια θα αδυνατούν να βελτιώνονται οριακά, ώστε να καλύπτουν συνεχώς καλύτερα τις ανάγκες των φοιτητών τους. Το μόνο που προσπαθεί να κάνει το καινούργιο νομοσχέδιο είναι να βελτιώσει την οργάνωση του πανεπιστημίου η οποία όμως συνεχίζει να απαρτίζεται από κρατικά όργανα. Παράλληλα, επιτρέπει μία μεγαλύτερη ευελιξία στα πανεπιστήμια αναφορικά με την παροχή των υπηρεσιών τους ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να εφαρμόσει ένα καλύτερο διοικητικό πρότυπο, που έχει φανεί στο εξωτερικό να αποδίδει κάποια αποτελέσματα, στο οποίο γίνεται επί πλέον η προσπάθεια να μειωθεί η δύναμη των φοιτητικών παρατάξεων. Τέλος, δημιουργεί κίνητρα για πιο αποδοτική χρήση των οικονομικών πόρων καθώς δημιουργεί μια πιο αποτελεσματική, πιο αντικειμενική και πιο διαφανή διαδικασία χρηματοδότησης. Μένει να δούμε αν αυτή θα λειτουργήσει πράγματι με σημαντικά πιο αποτελεσματικό τρόπο ή όχι. Σε κάθε περίπτωση τα κριτήρια της χρηματοδότησης και επομένως τα κίνητρα θα είναι προς μία κατεύθυνση που θα έχει χαράξει ένα γραφειοκρατικό σώμα και για αυτό το λόγο θα είναι εξ ορισμού αυθαίρετη και όχι βγαλμένη από τις ανάγκες της κοινωνίας. Παρ' όλα αυτά είναι μάλλον βέβαιο οτι θα είναι καλύτερος ο τρόπος χρηματοδότησης από ό,τι ήταν μέχρι σήμερα, δηλαδή μια διαδικασία με ΠΛΗΡΗ αδιαφάνεια (και προφανώς με διαπλοκή).

Σε αυτό, λοιπόν, το νομοσχέδιο γεννώνται όλες αυτές οι αντιδράσεις. Όχι προφανώς στην κατεύθυνση που ανέφερα παραπάνω, ότι δηλαδή είναι προβληματικό η παιδεία να ορίζεται από το κράτος ως οργανισμό και όχι από τους καταναλωτές, αλλά σε θέματα όπως το άσυλο, όπως ο χρόνος φοίτησης, όπως το σύμβούλιο (που είναι ένα νέο όργανο διοίκησης που θα προβλέπεται)... Όλα αυτά, δυστυχώς, παρόλο που είναι σημαντικές για τα ελληνικά δεδομένα αλλαγές δεν παύουν να είναι τεχνικές λεπτομέρειες σε ένα σύστημα του οποίου οι βασικές αρχές παραμένουν οι ίδιες. Σε αυτές τις λυσσαλέες αντιδράσεις το μόνο που μένει και θα έπρεπε να κάνει κάποιος είναι να εναντιωθεί και να στηρίξει το αίτημα για ανοιχτά πανεπιστήμια, υποστηρίζοντας με αυτό τον τρόπο ένα νομοσχέδιο που καμία σχέση δεν έχει με τις ιδεολογικές του προτιμήσεις.